fbpx

Στυλ Πνευματικό

Ο Ελληνοαυστραλός Γαβριήλ Γεωργίου, ένας ιδιαίτερα περιζήτητος κομμωτής, πήγε από το Χόλυγουντ στο Μπόλυγουντ, με μια ενδιάμεση στάση στον πνευματικό κόσμο.

Σύμφωνα με τον Γαβριήλ Γεωργίου, η ζωή σαν κορυφαίος κομμωτής στο Χόλυγουντ είναι τόσο ενδιαφέρουσα όσο θα την φανταζόσασταν: Σαγηνευτική, έντονη και ανάμεσα σε διασημότητες. Την δεκαετία του 1990, έκανε πολλά χρήματα και παρευρισκόταν στα πιο κοσμικά πάρτυ. Συνεργάστηκε με ηθοποιούς όπως την Κέητ Μπλάνσετ και τον Ρόμπερτ Ντάουνι Τζούνιορ και τα επιτεύγματά του, του έστρωσαν το κόκκινο χαλί και κόσμησαν τις σελίδες των Vanity Fair και Vogue. Τα είχε όλα.

Σχεδόν όλα.

Στην επιφάνεια, ο Γεωργίου είχε ένα ταλέντο που εκατομμύρια θαύμαζαν και ελάχιστοι μπορούσαν να φτάσουν. Αλλά κάτω από την επιφάνεια ζούσε ένας άλλος Γεωργίου, ένας που σαν έφηβος «ρουφούσε» Βουδιστικά και Ταοϊστικά βιβλία, ένας που εξερευνούσε τα ορθόδοξα μοναστήρια του βουνού Άθως στην πατρίδα του την Ελλάδα, για να βρεί απαντήσεις στις ερωτήσεις του για την ζωή, το σύμπαν, τους ανθρώπους και τα βάσανα.

«Τόσες πολλές ερωτήσεις», είπε σε μια πρόσφατη συνέντευξή του με το Taste of Life, «στις οποίες κανείς δεν μπορούσε να μου δώσει τις απαντήσεις». Ο Γεωργίου μια μέρα θα έβρισκε τις απαντήσεις του, αν και αρχικά έχασε τον δρόμο του σε σκοτεινά μονοπάτια.

«Τόσες πολλές ερωτήσεις», είπε σε μια πρόσφατη συνέντευξή του με το Taste of Life, «στις οποίες κανείς δεν μπορούσε να μου δώσει τις απαντήσεις». Ο Γεωργίου μια μέρα θα έβρισκε τις απαντήσεις του, αν και αρχικά έχασε τον δρόμο του σε σκοτεινά μονοπάτια.

Με την Deepika Padukone στο Marrakech International Film Festival

«Κατάφερα να γίνω ένας πολύ γνωστός κομμωτής στην βιομηχανία», λέει ο Γεωργίου. Στα χέρια του, τα πιστολάκια και τα ψαλίδια λειτουργούσαν μαγικά. Δημιουργούσε τα πιο όμορφα λουκ με την ικανότητα ενός μάγου. Οι επιταγές του άρχισαν να πληθαίνουν και μετακόμισε μόνιμα στο Λος Άντζελες.

Όμως, σύμφωνα με τον Γεωργίου, κάτι έλειπε.

«Ήταν όλα επιφανειακά. Επιδίωκα φήμη, υλισμό, πλούτο. Εκφυλιζόμουν». Ξεκίνησε την χρήση ναρκωτικών. «Ναι, το έκανα για διασκέδαση, αλλά και για να με κρατήσει ικανό να συνεχίσω με όλη αυτήν την βρωμιά γύρω μου». Το να αγοράζει κάθε φανταχτερό καινούριο πράγμα, πολυτελή αυτοκίνητα, και το να παρευρίσκεται στα πάρτυ του Χόλυγουντ δεν του έφεραν ευτυχία, είπε. Η ευτυχία απομακρυνόταν όλο και περισσότερο.

Η καθοδική πορεία του δεν ήταν κάτι σπάνιο: Από τη μία, ναρκωτικά όπως η μεθαμφεταμίνη τού γέμιζαν εύκολα το κενό της καρδιάς του, ενώ, από την άλλη, του έκλεβαν τον εαυτό κομμάτι κομμάτι. Η αλλαγή έγινε κατά την διάρκεια μιας φωτογράφισης μόδας που γινόταν στις Βρετανικές Παρθένους Νήσους όταν ήταν 32 ετών.

«Σχεδόν πέθανα. Σε μεγάλα ταξίδια, θα σταματούσα τα ναρκωτικά απότομα. Αυτό, μαζί με την εξάντληση, μαζί με πολλά πράγματα – ήμουν πολύ, πολύ άρρωστος σε εκείνο το σημείο. Με το ζόρι σηκωνόμουν να φτιάξω μαλλιά, και η μακιγιέρ θα έκανε τα υπόλοιπα. Ήμουν στο κρεβάτι για μερικές μέρες, και σε κάποιο σημείο ένιωσα ότι πέθαινα και έφευγα από το σώμα μου. Δεν υπήρχε φόβος· ήξερα ότι απλώς άφηνα τον ανθρώπινο κόσμο. Άκουσα αυτήν την φωνή, μια τρισδιάστατη ή τετραδιάστατη φωνή, δεν ξέρω πώς να την αποκαλέσω. Ήταν μια πολύ, πολύ δυνατή φωνή που μου είπε: “Ήρθαμε να σε πάρουμε – έχασες τον δρόμο σου”. Είπα: “Το ξέρω, καταλαβαίνω, πραγματικά λυπάμαι”. Το εννοούσα από καρδιάς. “Λυπάμαι πολύ. Ξέρω ότι δεν βρήκα αυτό που αναζητώ. Απλώς εγκλωβίστηκα σε όλα αυτά, και έχασα τον εαυτό μου. Δώστε μου άλλη μία ευκαιρία. Παρακαλώ, δώστε μου άλλη μία ευκαιρία”. Επανήλθα στο σώμα μου, τα μάτια μου άνοιξαν και ήμουν πίσω. Τότε ήταν που ξεκίνησε η αλλαγή, και ξεκίνησα να προσπαθώ να συμμαζέψω τον εαυτό μου».

Ύστερα από αυτήν την εμπειρία, τα παράτησε όλα. Έδωσε τα επώνυμα ρούχα του, τα πολυτελή έπιπλα, το αυτοκίνητο. Παραιτήθηκε από την δουλειά του και έφυγε από το Λος Άντζελες. «Όλοι σοκαρίστηκαν με αυτό που έκανα. Οι αποκαλούμενοι φίλοι που είχα; Εξαφανίστηκαν».

Το πατρικό του σπίτι στο Μπρίσμπεϊν της Αυστραλίας έγινε το καταφύγιό του. «Δεν ήθελα να δω ανθρώπινο ον», λέει χαμογελώντας αυθόρμητα. «Το μόνο που ήθελα να κάνω ήταν να περάσω χρόνο με την οικογένειά μου, να διαβάσω βιβλία, να τρώω και να κοιμάμαι. Ήμουν κουρασμένος και εξαντλημένος και ένιωθα αυτήν την επιφανειακότητα που έβλεπα σε όλους. Αναρωτιόμουν πραγματικά εάν είχαν απομείνει καθόλου καλοί άνθρωποι».

Για καλή του τύχη, υπήρχε τουλάχιστον ένα καλό άτομο που είχε απομείνει και τα μονοπάτια των δύο διασταυρώθηκαν. Ήταν μια μακιγιέρ που άκουσε την ιστορία του ενώ συνεργάζονταν σε κάποιο διαφημιστικό στην Αυστραλία, ένα ευγενικό άτομο που φαινόταν χαλαρό ακόμα και κάτω από πίεση. Είπε στον Γαβριήλ ότι εξασκούσε μια μέθοδο διαλογισμού, μια πνευματική διδασκαλία που ονομαζόταν Φάλουν Ντάφα (ή Φάλουν Γκονγκ), και ότι εάν ήθελε ποτέ να μάθει, θα μπορούσε να την βρει στο πάρκο τα περισσότερα κυριακάτικα πρωινά.

«Αυτό που μου άρεσε πραγματικά ήταν οι τρεις αρχές της αλήθειας, καλοσύνης και ανεκτικότητας – με άγγιξαν. Και το γεγονός ότι ήταν δωρεάν μου έκανε πραγματικά κλικ, γιατί ήξερα ότι κάτι καλό διδάσκεται από την καρδιά, και δεν παίρνεις χρήματα για αυτό. Και τρίτον, το γεγονός ότι είχε να κάνει με τον νου και το σώμα».

Μόλις ο Γεωργίου πήρε το Φάλουν Ντάφα στα σοβαρά, το σώμα του βίωσε ένα ξαφνικό σοκ. «Την δεύτερη εβδομάδα δοκίμασα τις ασκήσεις. Ποτέ δεν είχα νιώσει κάτι τόσο έντονο, να απομακρύνεται τόση πολλή αρνητικότητα».

«Είπα στους ασκούμενους: “Δώστε μου τα βιβλία αμέσως – θέλω να ξέρω περί τίνος πρόκειται, τι είναι αυτό που κάνω. Θέλω να διαβάσω τα πάντα.” Αυτό ήταν. Εξασκούμαι από τότε», είπε ο Γεωργίου, που παράτησε το κάπνισμα με σχεδόν καθόλου προσπάθεια μόλις πέντε βδομάδες μετά. Με κάθε μέρα που περνούσε, παρατηρούσε κι άλλες ανθυγιεινές συνήθειες και χρόνιες δυσκολίες να απομακρύνονται.

«Είχα σκολίωση που με έκανε να υποφέρω πολύ. Κάθε φορά που τελείωνα τον διαλογισμό και σηκωνόμουν, η πλάτη μου έτριζε – παντός είδους ήχοι και ρυθμίσεις συνέβαιναν. Ποτέ δεν είχα ξανά πόνο από τότε. Είχα αϋπνία. Όλα αυτά εξαφανίστηκαν».

 

Συνέχισε να καλλιεργεί τον εσωτερικό του εαυτό ενώ οι ασκήσεις δρούσαν πάνω στο σώμα του. Άρχισε να ζει με αλήθεια, καλοσύνη και ανεκτικότητα, τις αρχές του Φάλουν Ντάφα. «Τα επίπεδα ενέργειάς μου ήταν πολύ υψηλά. Η δουλειά έγινε ευκολότερη. Δούλευα σκληρά και αισιόδοξα – ήμουν συνεχώς ευτυχής. Αντιμετώπιζα τα πράγματα χωρίς πολύ άγχος, και γελούσα εύκολα». Αφότου είχε απογοητευθεί με την βιομηχανία της μόδας, ήταν το Φάλουν Ντάφα που τον έκανε να θέλει να ξαναμπεί. «Όλοι βλέπουν μια πολύ μεγάλη αλλαγή. Πραγματικά ήταν κάποιος που μου είπε: “Ποτέ δεν μου άρεσες στο παρελθόν, αλλά τώρα είσαι πολύ διαφορετικός”, και γίναμε πολύ καλοί φίλοι. Συνειδητοποίησα ότι μπορώ να είμαι μια θετική επιρροή σε αυτόν τον κόσμο της μόδας».

Στα Στάρμπακς κάτω από το ξενοδοχείο Pan Pacific Hotel, στο Βανκούβερ, συνάντησα τον Γεωργίου κατά την διάρκεια των βραβείων Times of India Film Awards. Κάποιες ώρες πριν ξετυλιχθεί το κόκκινο χαλί, η είσοδος ήταν γεμάτη με θαυμαστές που στηρίζονταν στα κάγκελα, περιμένοντας τους μεγαλύτερους σταρ του Μπόλυγουντ να περάσουν από το τείχος των φρουρών ασφαλείας στην αίθουσα.

Η συζήτησή μας σταματούσε ανά διαστήματα καθώς το ενθουσιώδες κοινό φώναζε διαπεραστικά. «Πρέπει να φύγω σε μερικά λεπτά», είπε, παρατηρώντας την σταρ στο επίκεντρο των φωνών. Τα μάτια του έλαμψαν. «Σήμερα είναι η μεγάλη της πρεμιέρα και έχω πρόβλημα με τον εξοπλισμό μου, πρέπει να αρχίσω από νωρίς».

Σήμερα, ο Γεωργίου είναι πάλι ένας διεθνής βιρτουόζος, μόνο που τώρα με τις δημιουργίες του συνεπαίρνει την Ινδία και την Ευρώπη. Εξώφυλλα περιοδικών και κόκκινα χαλιά βρίσκονται πάλι στον καμβά του. Ο Γεωργίου μοιράζει τον χρόνο του σε Ελλάδα και Βομβάη, Ινδία – την παλλόμενη καρδιά του Μπόλυγουντ– όπου εργάζεται. Το καινούριο περιβάλλον έφερε νέες προκλήσεις, αλλά δηλώνει ότι οι αρχές που τώρα τον καθοδηγούν τον βοηθούν να χειριστεί οτιδήποτε.

Το να ικανοποιεί ταυτόχρονα ντίβες, σκηνοθέτες, συνεργάτες στυλίστες, και τα δικά του υψηλά πρότυπα, βάζει τον Γεωργίου σε καταστάσεις υπερβολικής πίεσης, γνωρίζοντας ότι η φήμη των σταρ και το πλήθος του αυριανού κοινού βασίζονται στα χτενίσματα της σημερινής εκδήλωσης.

Μπροστά από το Pan Pacific, προτού ανέβει για να προετοιμάσει τη σταρ για τη μεγάλη της στιγμή, με φιλάει σταυρωτά. Πολύ ευρωπαϊκό! Καθώς χάνεται στο τείχος των φρουρών ασφαλείας και των θαυμαστών, φωνάζω: «Καλή τύχη! Εύχομαι όλα να πάνε καλά!» Γυρνάει ελαφρώς και μου ρίχνει ένα ακτινοβόλο βλέμμα ευγνωμοσύνης, σαν να λέει: «Ό,τι κι αν συμβεί, είμαι σίγουρος ότι θα είμαι καλά», και εξαφανίζεται μέσα στην θάλασσα των καμερών.

Φωτογραφίες από την Μάρα Δεσύπρη, Steven Mena, Ζαφείρη Γεωργόπουλο

 

 

Related Articles

It seems we can't find what you're looking for.

Join our newsletter